Πρόσφατα ψηφίστηκε στη Βουλή –μετά από μία πρώτη αποτυχημένη προσπάθεια- το νομοσχέδιο που ρυθμίζει επί της αρχής την αποκρατικοποίηση των ημικρατικών οργανισμών στην Κύπρο, η οποία προβλέπεται στο μνημόνιο που η Κυπριακή Δημοκρατία υπέγραψε με τους δανειστές της.

Η υπόθεση αυτή είχε προκαλέσει αναταραχή, κυρίως στις τάξεις των εργαζομένων στους ημικρατικούς οργανισμούς, οι οποίοι ανησυχούν για το μέλλον των θέσεων εργασίας και των κεκτημένων τους. Η διαδικασία των αποκρατικοποιήσεων δεν έχει φυσικά ολοκληρωθεί, ούτε καν αρχίσει.

Απλώς ψηφίστηκε ένα ρυθμιστικό πλαίσιο. Τώρα που η σκόνη από τη φασαρία εκείνων των ημερών έχει διαλυθεί από το πολιτικό και ενημερωτικό περιβάλλον, αισθάνομαι την ανάγκη να διατυπώσω κάποιες βασικές αρχές που διέπουν τη σκέψη μου επί του θέματος:

Η αποκρατικοποίηση επιχειρήσεων του ευρύτερου δημοσίου τομέα δεν θα έπρεπε να προσεγγίζεται ως «ανάθεμα». Αντίθετα, θα έπρεπε να συζητηθεί με σοβαρότητα και ορθολογισμό πολύ πριν η ανάγκη μας ωθήσει να σύρουμε τα βήματά μας στο κατώφλι της Τρόικα. Υπό την ευθύνη του ψηφοθηρικού και διεφθαρμένου πολιτικού κατεστημένου και του αδηφάγου συντεχνιασμού, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας αφέθηκε να γιγαντώνεται εις βάρος του φορολογούμενου και προς όφελος των πάσης φύσεως ευνοούμενών του, συχνά ελέω «μέσου» ή πολιτικών γνωριμιών.

Προσωπικά πιστεύω ότι με τις κατάλληλες κινήσεις μπορεί η αποκρατικοποίηση να αποβεί προς όφελος όχι μόνο των ιδίων των οργανισμών, αλλά και των πολιτών. Φτάνει να μην ισχύσει και σε αυτή την περίπτωση ο «χρυσός κανόνας» της διαπλοκής και του βολέματος των όσων προσφοροδοτών υπόσχονται ότι με τη σειρά τους θα «βολέψουν» τους πολιτικούς που θα τους σπρώξουν προς το βάζο με το μέλι.

Σε ό,τι αφορά στο ζήτημα των εργαζομένων, νομίζω ότι το νόμισμα έχει δύο όψεις. Από τη μια είναι σαφές ότι θα πρέπει να επιδιωχθεί ο περιορισμός (ει δυνατόν ο εκμηδενισμός) της απώλειας θέσεων εργασίας μεταξύ του υφιστάμενου προσωπικού. Δεν είναι μόνο η κοινωνική διάσταση του θέματος και η ιερή ανάγκη να μην βρεθούν άνθρωποι στο δρόμο εφόσον περεταίρω αύξηση της ανεργίας σημαίνει γιγάντωση του οικονομικού αδιεξόδου και περεταίρω στραγγαλισμός της αγοράς.

Από την άλλη όμως είναι και το γεγονός ότι το προσωπικό αυτών των οργανισμών είναι υπεράριθμο, όχι τόσο λόγω των αναγκών τους, αλλά κυρίως λόγω των πολιτικών αμαρτιών του βολέματος και της ψηφοθηρίας. Είναι ηθικά ανεκτό να αφεθεί ο καρπός δεκαετιών ανορθολογισμού να παρασιτεί εις βάρος της εξαιρετικά βεβαρημένης κυπριακής κοινωνίας; Νομίζω ότι η αλήθεια είναι κάπου στη μέση και θα πρέπει να βρεθεί μια χρυσή τομή, με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και μόνο.

Ύψιστης εθνικής σημασίας είναι η διαφύλαξη των ζητημάτων εκείνων που άπτονται της εθνικής ασφάλειας, για την οποία ο σχετικός νόμος έχει προβλέψει. Εναπόκειται τώρα στην εκτελεστική εξουσία να εφαρμόσει την πρόβλεψη του νομοθέτη. Οργανισμοί όπως η Αρχή Τηλεπικοινωνιών, η Αρχή Λιμένων και η Αρχή Ηλεκτρισμού, προσφέρουν υπηρεσίες σε στρατόπεδα της Εθνικής Φρουράς και σε άλλες δομές που σχετίζονται με την ασφάλεια του κράτους.

Η παροχή αυτών των υπηρεσιών θα πρέπει να διαφυλαχθεί ως κόρη οφθαλμού και το κράτος θα πρέπει να παραμείνει ο μοναδικός ρυθμιστής και διαχειριστής αυτής της διαδικασίας. Διαφορετικά η εθνική ασφάλεια ενδεχομένως να βρεθεί έναντι θανάσιμων κινδύνων.

Υ.Γ. Δε γνωρίζω αν τα ονόματα πολιτικών που έχουν δει τις τελευταίες ημέρες το φως της δημοσιότητας έχουν όντως τύχει ευνοϊκών δανειοληπτικών όρων από τις τράπεζες, διερωτώμαι όμως κατά πόσον έχει άδικο ο πολίτης να μην εμπιστεύεται το αμαρτωλό μας πολιτικό σύστημα και να το εκφράζει με κάθε ευκαιρία, κυρίως στις δημοσκοπήσεις.

Comments are closed.