Αυτά που συμβαίνουν το τελευταίο διάστημα στην Ουκρανία, με επίκεντρο την Κριμαία, δεν είναι απλώς ένας «λαϊκός ξεσηκωμός», όπως μερικά ΜΜΕ προσπαθούν να παρουσιάσουν! Είναι μια σύγκρουση συμφερόντων στην οποία συμμετέχουν ορισμένοι πολύ ισχυροί διεθνείς παίχτες.

Μέσα σε όσο το δυνατό λιγότερες γραμμές θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τους βασικούς παίχτες που εμπλέκονται στην ουκρανική κρίση η οποία κλιμακώνεται και αναμένεται να κορυφωθεί την ερχόμενη Κυριακή, εν όψει του δημοψηφίσματος στην Κριμαία. Επίσης θα επιχειρήσω να καταγράψω τα ιδιαίτερα συμφέροντα του καθ’ ενός.

Κατ’ αρχάς, η ίδια η Ουκρανία είναι το κράτος που βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα. Ευρισκόμενη στο φυσικό σύνορο μεταξύ της δυτικής και της ρωσικής σφαίρας επιρροής, αν και μεγάλο και πολυπληθές κράτος, εν τούτοις μοιάζει με μικρό πάνινο παιχνίδι στα χέρια των μεγάλων δυνάμεων.

Ο τέως Πρόεδρος Βίκτορ Γιανουκόβιτς άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου και προκάλεσε έντονες διαδηλώσεις εναντίον του, απορρίπτωντας την προοπτική υπογραφής συμφωνίας σύνδεσης ΕΕ-Ουκρανίας τον περασμένο Νοέμβριο. Αν και στις 21 του περασμένου μηνός υπέγραψε συμφωνία με την αντιπολίτευση για την εκτόνωση της κρίσης, εν τούτοις η παύση της φύλαξης των κυβερνητικών κτιρίων τον ανάγκασε να αποχωρήσει από το Κίεβο και από τη χώρα, εν μέσω κοινοβουλευτικής ψηφοφορίας για την παύση του με την οποία ακυρωνόταν στην ουσία η προτέρα συμφωνία.

Στη συνέχεια η κρίση επικεντρώθηκε στην Κριμαία, ημιαυτόνομη περιοχή στα νοτιοανατολικά της χώρας κατοικούμενη κυρίως από ρωσικό πληθυσμό. Εάν με το δημοψήφισμα της ερχόμενης Κυριακής αποφασιστεί η απόσχιση της Κριμαίας και η ένωσή της με τη Ρωσία, τότε η Ουκρανία κινδυνεύει με διαμελισμό καθ’ ότι αναμένεται ότι οι αποσχιστικές τάσεις ενδεχομένως να επεκταθούν και στην υπόλοιπη ανατολική Ουκρανία, η οποία επίσης κατοικείται σε υψηλά ποσοστά από Ρώσους και ρωσόφωνους.
Ερχόμαστε τώρα στη Ρωσική Ομοσπονδία.

Για τη Ρωσία η Ουκρανία αντιπροσωπεύει το έσχατο σημείο των υποχωρήσεών της εν όψει της επέκτασης της δυτικής επιρροής ολοένα και πλησιέστερα στα ρωσικά σύνορα. Η Μόσχα ανησυχεί ότι τυχόν ένταξη της Ουκρανίας στι δυτικό στρατόπεδο (είτε στην ΕΕ, είτε στο ΝΑΤΟ, είτε και στα δύο όπως συνέβη με την Πολωνία και τα κράτη της Βαλτικής) θα αποτελέσει πηγή κινδύνων για την ασφάλειά της αλλά και για τη δυνατότητά της να προωθεί τα οικονομικά της συμφέροντα.

Πέραν αυτού, είναι και ο πολιτιστικός και ιστορικός δεσμός που συνδέει τα δύο κράτη. Όπως εύστοχα έγραψε σε πρόσφατο άρθρο του στην Washington Post ο Henri Kissinger, «η Δύση θα πρέπει να κατανοήσει ότι, για τη Ρωσία, η Ουκρανία δεν μπορεί ποτέ να ειδωθεί ως μια ξένη χώρα». Η δε Κριμαία αποτελεί για τη Ρωσία το «πετράδι στο ουκρανικό στέμμα».

Τόσο η παρουσία εκεί της στρατηγικής σημασίας ναυτικής βάσης της Σεβαστούπολης, όσο και ο ρωσικός πληθυσμός της περιοχής, αποτελούν πολύ καλούς λόγους για να επιθυμεί να την κρατήσει μακριά από την επιρροή της φιλοδυτικής νέας τάξης πραγμάτων του Κιέβου. Εν τούτοις δεν είναι βέβαιο ότι η Ρωσία επιθυμεί την πλήρη απόσχιση της Κριμαίας, ούτε το πώς θα αντιδράσει στην περίπτωση που οι κάτοικοι της Κριμαίας αποφασίσουν ένωση με τη Ρωσία στο επερχόμενο δημοψήφισμα.

Ρόλο στην αντιπαράθεση φαίνεται να διεκδικεί και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε αντίθεση όμως με τη Ρωσία και την Ουκρανία, η ΕΕ δεν είναι ενιαίο κράτος και δεν είναι εύστοχο να υποστηρίζει κανείς ότι υπάρχει ενιαίο ευρωπαϊκό συμφέρον σε σχέση με το ουκρανικό ζήτημα.

Η αντίδρασή της στην ουκρανική κρίση βασίζεται πάνω στις αρχές και τις αξίες που διέπουν τη λειτουργία της. Tο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε στις 6 Μαρτίου, αμέσως μετά την απόφαση του κοινοβουλίου της Κριμαίας για τη διενέργεια δημοψηφίσματος, την επιβολή κυρώσεων κατά της Ρωσίας χαρακτηρίζοντας την παρουσία Ρώσων ενόπλων στην περιοχή ως παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας και το δημοψήφισμα ως παράνομο.

Επιπλέον, με ψήφισμά του στις 13 Μαρτίου το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κινήθηκε στην ίδια γραμμή, ενώ κάλεσε την κυβέρνηση της Ουκρανίας να σεβαστεί όλες της μειονότητες της χώρας. Βέβαια δεν μπορεί κανείς παρά να παρατηρήσει τα δύο μέτρα και σταθμά στον τρόπο με τον οποίο η ΕΕ αντιμετωπίζει την κρίση στην Ουκρανία σε σχέση με την περίπτωση της Κύπρου: αν και κράτος μέλος της Ένωσης, το γεγονός ότι το 37% του εδάφους της κατέχεται παράνομα από την Τουρκία δεν επισείει παρόμοια ευαισθησία από τους θεσμούς της ΕΕ.

Εν τούτοις, παρά την αντιρωσική ρητορική που υιοθετεί η ΕΕ, θα’ λεγε κανείς ότι τα μέτρα που έχουν αποφασιστεί κατά της Ρωσίας είναι ήπιας μορφής. Αυτό εξηγείται αν ληφθεί υπόψη η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία, καθ’ ως επίσης και ο μεγάλος βαθμός οικονομικής αλληλεξάρτησης, κυρίως μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σε άρθρο του στο περιοδικό Foreign Affairs ο καθηγητής πολιτικής επιστήμης Mitchell A. Orenstein, όσο η ΕΕ επεκτείνονται προς ανατολάς είναι η Γερμανία από κοινού με τη Ρωσία που θα ορίζουν τα σύνορά της, όπως και το ποιος θα είναι εντός και ποιος εκτός αυτής και με ποιους όρους.

Τέλος, αξίζει να εξετάσουμε τους στόχους και τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Οι ΗΠΑ αντέδρασαν ακόμη πιο έντονα από την ΕΕ στην ουκρανική κρίση, ως επίσης και στη ρωσική εμπλοκή. Δεν είναι άσχετη άλλωστε η υβριστική φράση που χρησιμοποίησε κατά της ΕΕ η Αμερικανίδα Βοηθός Υπουργός Εξωτερικών Βικτόρια Νούλαν σε συζήτησή της με τον Αμερικανό Πρέσβη στο Κίεβο, η οποία αναρτήθηκε στο διαδίκτυο στις 6 Φεβρουαρίου.

Η προσπάθεια των ΗΠΑ να περιορίσουν τη ρωσική επιρροή στην Ευρώπη είναι πάγια και χρονολογείται από την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Στην προσπάθειά τους μάλιστα να απονομιμοποιήσουν τη ρωσική εμπλοκή στην κρίση, οι Αμερικανοί επίσημοι χρησιμοποίησαν λεκτικό και επιχειρήματα που αφήνουν εκτεθειμένες τις ίδιες τις ΗΠΑ, αν λάβει κανείς υπόψη το πόσο συχνά και απροκάλυπτα παρεμβαίνουν στα εσωτερικά διαφόρων κρατών. Άλλωστε, δεν είναι πλέον μυστικό το ότι η κρίση του 2004 στην Ουκρανία, η ούτω καλούμενη «πορτοκαλί επανάσταση», ήταν κυρίως αποτέλεσμα της αμερικανικής χρηματοδότησης ύποπτων φιλοδυτικών μη κυβερνητικών οργανώσεων.

Όσο δε για την τρέχουσα κρίση, χαρακτηριστική είναι η αντίδραση του υπουργείου εξωτερικών της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας το οποίο, παρά την ουδέτερη στάση που τήρησε, σε επίσημη ανακοίνωσή του στις 2 Μαρτίου δεν παρέλειψε να αναφέρει με νόημα ότι «υπάρχουν σοβαροί λόγου για το γεγονός ότι τα γεγονότα στην Ουκρανία έφεραν την κατάσταση στα σημείο που είναι σήμερα». Αρκετά δυτικά ΜΜΕ ερμήνευσαν αυτή την αναφορά ως υπονοούμενο για τη δυτική, κυρίως αμερικανική, εμπλοκή στα της Ουκρανίας.

Τα όσα αναφέρονται πιο πάνω αποσκοπούν στο να σκιαγραφήσουν ένα νοητό χάρτη συμφερόντων σε σχέση με την ουκρανική κρίση. Είναι θεμιτό για τον κάθε διεθνή παίχτη να έχει συμφέροντα και να επιδιώκει την εξυπηρέτησή τους. Άλλωστε αυτή είναι η κινητήριος δύναμη του διεθνούς συστήματος.

Είναι δε στο χέρι του κάθε μελετητή, αλλά και του κάθε απλού πολίτη να κρίνει ποια από αυτά τα συμφέροντα είναι περισσότερο νομιμοποιημένα και ποια λιγότερο. Και επειδή αμφισβητείται το κατά πόσον υπάρχει ηθική στην πολιτική, πόσο μάλλον στη διεθνή πολιτική, είμαι της γνώμης ότι το μέτρο πάνω στο οποίο ο κάθε παίχτης κρίνεται είναι ο «πρότερος έντιμος βίος» του.

Ας κρίνει λοιπόν ο κάθε ένας από εμάς ποιοι από τους εμπλεκόμενους σε αυτή την κρίση απολαμβάνουν της έξωθεν καλής μαρτυρίας, με βάση τα όσα έχουν πράξει στο παρελθόν μακριά από τα σύνορά τους.

Είμαι της γνώμης ότι μια απλή αναδρομή στη σύγχρονη παγκόσμια ιστορία θα μας οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα.

Comments are closed.