Συζητείται εδώ και καιρό, και κυρίως τις τελευταίες μέρες, με αφορμή δηλώσεις του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ για το κυπριακό, το ζήτημα των σχέσεων της Κύπρου με τον εν λόγω οργανισμό. Δεν είναι λίγες οι φωνές, περιλαμβανομένου και του Προέδρου της Δημοκρατίας, που υποστήριξαν κατά καιρούς, ότι θα πρέπει να ενταχθεί η Κύπρος στο ΝΑΤΟ ή μέσω του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη να λειτουργήσει ως προέκτασή του. Μια τέτοια εξέλιξη, θα αποτελούσε σοβαρό, ίσως θανάσιμο, κτύπημα κατά των κυπρορωσικών σχέσεων, οι οποίες ήδη δοκιμάζονται από τον περασμένο Μάρτιο, όταν με την αποδοχή της πρότασης του Eurogroup «αδειάσαμε» τους Ρώσους καταθέτες. Αν και στην πολιτική είναι υποχρεωμένος κανείς να κάνει επιλογές που ενδεχομένως να ενέχουν κόστος, εν τούτοις το κόστος της απώλειας των σχέσεών της με τη Ρωσία είναι για την Κύπρο μη αποδεκτό.

Γιατί όμως είναι σημαντική –ζωτικής σημασίας θα έλεγα- η διατήρηση και ενίσχυση των κυπρορωσικών σχέσεων; Υπάρχουν μια σειρά λόγοι, οι οποίοι εκτείνονται πέραν του αυτονόητου: των πολιτιστικών δεσμών μεταξύ των δύο χωρών και της παρουσίας στην Κύπρο μιας ανθηρής ρωσικής κοινότητας και ενός σημαντικού αριθμού Ρώσων επενδυτών και επιχειρηματιών.

Ο πρώτος έχει να κάνει με το κυπριακό: Η Ρωσία είναι το μοναδικό μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που μας στηρίζει, ανακόπτωντας συχνά αντικυπριακές πρωτοβουλίες της Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Η στάση αυτή της Μόσχας δεν είναι τυχαία, αλλά βασίζεται στην ύπαρξη κοινών κυπρορωσικών συμφερόντων. Όσο υπάρχουν κοινά συμφέροντα, οι φιλίες παραμένουν ζωντανές και αμοιβαία επωφελείς για τα κράτη.

Ένας άλλος λόγος που καθιστά πολύ σημαντικές τις σχέσεις μας με τη Μόσχα, είναι η δυνατότητα του Ρωσικού κράτους και των ρωσικών εταιρειών, να συμμετάσχουν στην ανάπτυξη των κυπριακών υποδομών του φυσικού αερίου ή στην εκμετάλλευσή του ή ακόμα και ως απλός αγοραστής του τελικού προϊόντος. Μπορεί ρωσικές εταιρείες να μην επέδειξαν μέχρι τώρα ζωηρό ενδιαφέρον κατά τους δύο γύρους αδειοδότησης για τα κυπριακά θαλάσσια οικόπεδα –έχει δε απορριφθεί η πρόταση μιας κοινοπραξίας που περιελάμβανε δύο ρωσικές εταιρείες- εν τούτοις αυτό δε σημαίνει ότι αποκλείεται η εμπλοκή του ρωσικού παράγοντα στο μέλλον.

Ας μη ξεχνάμε ότι στο γειτονικό μας Ισραήλ , η Gazprom έχει εμπλακεί με την αγορά ενός ποσοστού του φυσικού αερίου που εξορύσσεται από το οικόπεδο Tamar. Δε μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να υπάρξει παρόμοιο ενδιαφέρον και για το κυπριακό φυσικό αέριο στο άμεσο μέλλον. Το γεγονός δε ότι οι μεγαλύτερες ρωσικές εταιρείες ενέργειας σχετίζονται άμεσα με το ρωσικό κράτος, εντάσσει τις επιλογές τους στα πλαίσια της ευρύτερης ρωσικής στρατηγικής, γεγονός που καθιστά απαραίτητη τη διατήρηση ομαλών διακρατικών σχέσεων.

Για αυτούς και για πολλούς άλλους λόγους θα πρέπει να αποφύγουμε τη διασάλευση των σχέσεών μας με τη Ρωσία. Φυσικά δεν πρέπει η Κυπριακή Δημοκρατία να καθορίζει τις επιλογές της με βάση το τι αρέσει στη Μόσχα και τι όχι. Εν τούτοις, υπάρχουν ισορροπίες που είναι καλό να τυγχάνουν σεβασμού. Οι σχέσεις μεταξύ των κρατών εξαρτώνται συχνά από το πώς γίνονται αντιληπτές κάποιες φαινομενικά ακίνδυνες ενέργειες.

Έστω και αν λέγεται ότι ενδεχόμενη εμβάθυνση των σχέσεων της Κυπριακής Δημοκρτίας με το ΝΑΤΟ δε θα στρέφεται κατά της Ρωσίας, εν τούτοις δεν είναι βέβαιο ότι το Κρεμλίνο θα εισπράξει μια τέτοια κίνηση με αυτό τον τρόπο. Μάλλον το αντίθετο: θα την ερμηνεύσει ως μια εχθρική ενέργεια, ως άλλη μια ψηφίδα σε ένα μωσαϊκό παρόμοιων ενεργειών οι οποίες στο παρελθόν ενόχλησαν τη Ρωσία. Όπως για παράδειγμα η σύναψη «μνημονίου συναντίληψης» μεταξύ Κύπρου και Ηνωμένου Βασιλείου από την προηγούμενη κυβέρνηση και η αποδοχή του κουρέματος καταθέσεων από τη νυν κυβέρνηση.

Comments are closed.