Aπo μικρός ακούω για το «οικονομικό θαύμα» της Κύπρου, η οποία κατόρθωσε μετά την καταστροφή του 1974, να εξέλθει του οικονομικού τέλματος και να μεγαλουργήσει, καθιστάμενη μια σύγχρονη και ανθηρή οικονομία. Στις μέρες μας, η πολιτική ηγεσία ανασύρει συχνά στη μνήμη το «οικονομικό θαύμα» εκείνης της περιόδου, ως βάλσαμο εν όψει των καλύτερων ημερών που υποτίθεται ότι έρχονται.

Υπάρχει όμως μια ουσιώδης διαφορά του τότε με το σήμερα, η οποία συχνά παραβλέπεται.
Λέγεται ότι η κότα με τα χρυσά αυγά που οδήγησε την κυπριακή οικονομία στην άνθιση ήταν ο τουρισμός. Λάθος. Κατά τη γνώμη μου το ιερό (και πλέον χαμένο) δισκοπότηρο, είναι η κυπριακή επιχειρηματικότητα. Η ευρηματικότητα και ευφυΐα των γονέων μας, οι οποίοι ήταν διατεθειμένοι να ρισκάρουν και να ριχτούν στη φωτιά της ελεύθερης αγοράς, για να διασφαλίσουν τα προς το ζην για τις οικογένειές τους, αλλά και για να θέσουν το λιθαράκι τους στο όραμα μιας ανθηρής οικονομίας και μιας ευημερούσας κυπριακής κοινωνίας. Ως σύγχρονοι Άτλαντες, σήκωσαν στους ώμους τους την Κύπρο και την έβγαλαν από το βούρκο του πεσσιμισμού και της μιζέριας.

Εντούτοις, την ίδια ώρα, μια παρασιτική οντότητα άρχισε να αναπτύσσεται, η οποία ροκάνιζε το δέντρο της κυπριακής οικονομίας: με ευθύνη του πολιτικού συστήματος καλλιεργήθηκε μια δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία, φαινόμενο συγγενές με τον κρατικό γιγαντισμό και την ανθούσα «βιομηχανία παραγωγής ρουσφετιού». Ταυτόχρονα, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις έχασαν το μέτρο: αντί για τα δικαιώματα των εργαζομένων, μάχονταν για τα συμφέροντα όσων αρνούνταν να εγκαταλείψουν τα εξωφρενικά τους προνόμια, κυρίως στο δημόσιο τομέα, εις βάρος φυσικά του κρατικού κορβανά. Ο ρόλος τους στην εδραίωση της παρασιτικής δημοσιοϋπαλληλικής νοοτροπίας ήταν καταλυτικός.

Το γεγονός αυτό δημιούργησε σταδιακά ένα αδιέξοδο οικονομικό μοντέλο, το οποίο σκότωσε την κότα με τα χρυσά αυγά. Οι Κύπριοι πλέον, δεν ενδιαφέρονταν να ρισκάρουν στο βωμό της επιχειρηματικότητας. Όραμά τους ήταν να σπουδάσουν τα παιδιά τους και μέσω ενός γνωστού βουλευτή ή κρατικού αξιωματούχου, να τα βολέψουν κάπου στο δημόσιο. Τα κίνητρα ήταν ελκυστικά: ψηλός μισθός, ασφάλεια και λίγες ώρες εργασίας. Ούτε λόγος φυσικά να βάλουν τα μυαλά και τα νιάτα τους κάτω, να ρισκάρουν και να δημιουργήσουν προς όφελος των ιδίων αλλά και της κοινωνίας στο σύνολό της.

Πώς λοιπόν σήμερα θα νικήσουμε τους σύγχρονους Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες που κατασπαράζουν το σώμα της κυπριακής οικονομίας; Με επανεκκίνηση; Ασφαλώς. Με ανάπτυξη; Σίγουρα ναι. Ανάπτυξη όμως από ποιους και πώς; Με τις παρασιτικές νοοτροπίες του πρόσφατου παρελθόντος; Όχι φυσικά.

Εάν η πολιτεία επιθυμεί να συμβάλει ουσιαστικά στην υπέρβαση της οικονομικής κρίσης, πέραν από τις απαραίτητες ενέργειες για την ανόρθωση του τραπεζικού μας συστήματος και την εισροή εισαγόμενου κεφαλαίου, θα πρέπει απαραιτήτως να θέσει δύο στόχους: την ενίσχυση της εγχώριας επιχειρηματικότητας και το ξερίζωμα του συντεχνιασμού και της δημοσιοϋπαλληλικής νοοτροπίας.
Διαφορετικά τα όποια χρήματα εισέλθουν για τον Α ή Β λόγο στην οικονομία μας, θα καταλήξουν σπονδές στο βωμό της πρόσκαιρης καλοπέρασης, αντί για επένδυση στην ανάπτυξη και την αειφορία.

Comments are closed.